Του Γιάννη Σακιώτη
Κάποτε, ο τότε πρωθυπουργός της χώρας (ο Κ. Σημίτης) είχε πει “αυτή είναι η Ελλάδα”, προσπαθώντας να εξηγήσει στην Βουλή το αδικαιολόγητο ναυάγιο του Σάμινα, με τις δεκάδες απώλειες ανθρώπινων ζωών. Αν και η αναφορά εκείνη ήταν άστοχη και αναντίστοιχη με την ανάγκη για απόδοση δικαιοσύνης και για την λήψη μέτρων αποτροπής παρόμοιων φρικτών καταστάσεων στο μέλλον, αυτές οι 4 λεξούλες κρεμάστηκαν στα χείλη όλων των ευαίσθητων προοδευτικών πολιτών της χώρας που σταδιακά είδαν τον πασοκικό εκσυγχρονισμό να βουλιάζει στα σκάνδαλα και μετά τη ΝΔ να ξηλώνει την χώρα χωρίς καμία αναστολή. Κατάθλιψη, απελπισία, αποφορά. Διότι, εάν το δόγμα της καθημερινότητας και του αγώνα που δίνουν όλοι οι εργαζόμενοι και κοπιώντες για καλύτερη ποιότητα ζωής είναι “αυτή είναι η Ελλάδα”, τότε είναι σαφές ότι ακόμη και η ίδια η επιβίωση, ακόμη και στις πιο απλές καθημερινές δημόσιες διαδικασίες δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Τελικά, μέσα από βασανιστική πορεία πλήρους απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, το εκλογικό σώμα δίνει μια μεγάλη πλειοψηφία στον Γ. Παπανδρέου (όχι στο ΠΑΣΟΚ, κατά την γνώμη μου). Ως την μόνη εναλλακτική λύση. Απορρίπτοντας δικαίως τις περιπετειώδεις πιθανές συνέργειες με άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, τους οποίους είτε δεν γνώριζαν (όπως πχ τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι ελλείψει χρημάτων και διαπλοκών δεν έγιναν περισσότερο γνωστοί πέρα από κάποιες μικρές δεξαμενές διανοούμενων και πολιτικοποιημένων πολιτών, χάρη στην Ελευθεροτυπία και τα blogs) είτε δεν εμπιστεύτηκαν (όπως πχ τον αλλόκοτο και απρόβλεπτο ΣΥΡΙΖΑ ή τους Οικολόγους Πράσινους, των οποίων την δυναμική συνέτριψε η δημόσια υπερπροβολή του Μ. Τρεμόπουλου, με τις εξωτικές θέσεις στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και με το αλαζονικό ύφος στις τηλεοπτικές εμφανίσεις).
Με την οικονομική κρίση, η οποία είναι στην πραγματικότητα μια τεράστια συλλογική καταστροφή που ακόμη δεν έχει βιωθεί χάρη στην παραοικονομία, μικρή και μεγάλη και λόγω της συνεχούς παράτασης των μαζικών φαλιμέντων που προσφέρει η -σοφή, υπό προϋποθέσεις- ελληνική μέθοδος των μεταχρονολογημένων επιταγών, το ερώτημα το οποίο έθεσαν οι ψηφοφόροι στις εκλογές του Οκτωβρίου 2009 ήταν ουσιώδες και απλό: Έχει δυνατότητες η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου να οδηγήσει την χώρα σε δρόμους επιβίωσης;
Ο νέος πρωθυπουργός δεν έχει απαντήσει ακόμη στο ερώτημα. Έχει προσπαθήσει να δώσει μια κατ’ αρχάς απάντηση με την αντιπαράθεση που επιχειρεί με τις τράπεζες -η οποία όμως δεν έχει αποδώσει ακόμη καρπούς, ενώ είναι πιθανό οι χειρισμοί που γίνονται να μην αποδώσουν- και με τις αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις με τις Βρυξέλλες και τα προσχέδια προϋπολογισμού. Η απάντηση δεν είναι απλή, καθώς το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης δίνει αγώνα να ελέγξει τον πανικό στον οποίο βρέθηκε με ξαφνικό έλλειμμα 12.5% και την τύχη της χώρας να κρέμεται από μία κλωστή τον Δεκέμβριο. Μια κλωστή που αν θέλουν την κόβουν ο Αλμούνια και ο Τρισέ, αν δεν θέλουν την κάνουν συρματόσχοινο και σώζουν την ελληνική οικονομία από τον γκρεμό στον οποίο μας έριξε η απίστευτη διαχείριση τω κυβερνήσεων Καραμανλή και τα παλιότερα αμαρτήματα διεύρυνσης του ελλείμματος της πολιτικής Χριστοδουλάκη. Το τι θα γίνει είναι εξαιρετικά περίπλοκο και μη προβλέψιμο. Καθώς, η δεινή θέση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα, συνδυάζεται με ένα μεγάλο θέμα διεθνούς και ευρωπαϊκής πολιτικής, με παγκόσμιες γεωπολιτικές προεκτάσεις: την συνέχιση ή όχι της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην Ε.Ε.. Πολλές ενδείξεις και πληροφορίες ενισχύουν την εκτίμηση ότι για μια ακόμη φορά η Ε.Ε. επιθυμεί να “νίψει τας χείρας της” και να πετάξει το μπαλάκι στην Ελλάδα, η οποία με τις διαρκείς παραβιάσεις του εθνικού της χώρου και την υποκίνηση της παράνομης μετανάστευσης μεγάλων μαζών που υφίσταται από την Τουρκία, θεωρητικά είναι απίθανο να συναινέσει στην συνέχιση της τουρκικής ενταξιακής πορείας. Δέκα χρόνια πριν υπήρχε το ίδιο κλίμα. Η Ελλάδα απέφυγε τον σκόπελο μετά από ένα διπλωματικό θρίλερ που κατέληξε στην συμφωνία του Ελσίνκι. Τότε όμως, η Ελλάδα είχε καλή οικονομία και είχε καταφέρει να μπει στην ΟΝΕ. Σήμερα, με την οικονομία διαλυμένη, η διαπραγματευτική μας ισχύς είναι μηδαμινή. Παρ’ όλα αυτά, η ενδοενωσιακή πολιτική δεν παύει να είναι ένα ανελέητο παζάρι, όπου πάντοτε υπάρχουν ευκαιρίες για πολιτικές συμφωνίες επωφελείς. Τέτοιες συμφωνίες, κακά τα ψέματα δεν έγιναν με την κυβέρνηση Καραμανλή. Θα μπορέσει άραγε να βρει συμμαχίες και αντίβαρα ο Παπανδρέου για να φέρει θετικά νέα για την οικονομία και για την διασφάλιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων από την σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Δεκέμβριο; Προβλέπεται νέο θρίλερ. Όπου τα συμφέροντα της χώρας είναι απαραιτήτως ενιαία και απαιτούν ομοψυχία από όλους τους πολιτικούς χώρους.
Η προσωρινή επιβίωση είναι φυσικά απαραίτητη, δεν φτάνει όμως. Είναι πλέον κοινή διαπίστωση των ενημερωμένων πολιτών ότι χωρίς ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ στην διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας δεν υπάρχει κανένα μέλλον. Σε αυτό το πεδίο, η πρόταση του Γ. Παπανδρέου για μια ευρείας αναφοράς πράσινη ανάπτυξη, αποτελεί την μόνη αξιόπιστη και εμπερικλείουσα τεράστιες δυνατότητες πολιτική πρόταση που έχει κατατεθεί μετά την μεταπολίτευση του 1974. Την ίδια πρόταση κατέθεσαν με εξαιρετικά αναλυτικό τρόπο οι Δημοκρατικοί, αλλά και οι Οικολόγοι Πράσινοι. Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις δεν έχουν ακόμη κατανοήσει το ζήτημα. Η πράσινη ανάπτυξη, δηλαδή ένα πρόγραμμα αειφόρου ανάπτυξης με ρεαλισμό και ουσία, γίνεται έτσι η δεύτερη μεγάλη εθνική υπόθεση. Την οποία είναι απαραίτητο να την αγκαλιάσουν όλοι οι προοδευτικοί πολίτες. Διότι εκτός των άλλων, η πράσινη ανάπτυξη συνδέεται με αποτελεσματικό τρόπο με την προστασία του περιβάλλοντος -το οποίο επίσης δεινοπάθησε επί Καραμανλή/Σουφλιά- και με την προσπάθεια για αειφορία των πόρων. Η πράσινη ανάπτυξη χρειάζεται έναν μέσο χρόνο, τουλάχιστον μια διετία για να αρχίσει να αποδίδει. Χρειάζονται πολλά εργαλεία και πολλά δυναμικά στελέχη σε ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, κυρίως όμως είναι απαραίτητο να ανακτήσει κάποιο ελάχιστο κύρος η ελληνική οικονομία. Αν επιτευχθούν αυτές οι προϋποθέσεις, τότε η Ελλάδα θα γίνει το Εντοράντο της Μεσογείου.
Ειδικότερα για τα της προστασίας του περιβάλλοντος, μετά από πολλά χρόνια καταβύθισης όλων των περιβαλλοντικών δεικτών της χώρας και ανάπτυξης βλαχοδημαρχιακού τύπου, είναι απαραίτητο να στηριχτούν όλες οι θετικές πρωτοβουλίες που ανοίγει η ηγεσία του υπουργείου περιβάλλοντος, όπως η απόσυρση του χωροταξικού για τις παραθαλάσσιες περιοχές και η βούληση για νέο σχέδιο που θα σέβεται το τοπίο και τους πολύτιμους φυσικούς πόρους, η αλλαγή του πλαισίου για την προώθηση των ΑΠΕ (εδώ χρειάζεται προσοχή στα κριτήρια προσδιορισμού των περιοχών εγκατάστασης, έτσι ώστε να μην προκληθούν πλήγματα στους πολύτιμους περιβαλλοντικούς πόρους της χώρας), η βούληση για ενισχυμένες περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις, η ακύρωση απαράδεκτων έργων μέσα σε εθνικούς δρυμούς (όπως η ακύρωση της εκτροπής του Αώου), η βούληση για άμεση εφαρμογή της Οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη, η δημιουργία ενός συστήματος μητροπολιτικών πάρκων στην Αθήνα, με πρόνοια για διαδικασίες αστικού αναδασμού, έτσι ώστε με την οικοδόμηση μικρού μέρους του Ελληνικού να απελευθερωθούν χώροι για πάρκα σε επιβαρυμένες περιοχές -όπως πχ στο Περιστέρι ή τα Σεπόλια- και τέλος η ανακοίνωση της πρόθεσης για “οριζοντιοποίηση” των περιβαλλοντικών πολιτικών, έτσι ώστε η προστασία του περιβάλλοντος και η ποιότητα ζωής να αποτελούν αξίες που διαπερνούν ολόκληρο το φάσμα των πολιτικών της κυβέρνησης.
Για να ανακτηθεί όμως κάποιο ελάχιστο κύρος για την ελληνική οικονομία είναι απαραίτητο να αναδιαρθρωθεί πλήρως η λειτουργία του δημόσιου τομέα, ο οποίος θα πρέπει να καταστεί αξιόπιστος. Και σε αυτό το πεδίο, ο Γ. Παπανδρέου ξεκίνησε με πολύ καλά βήματα, με το άνοιγμα έστω και ενός περιορισμένου αριθμού των θέσεων ευθύνης σε μεγαλύτερες δεξαμενές ανθρώπινου δυναμικού από το πασοκικό, ωστόσο έχει δεχθεί σκληρή κριτική εξαιτίας του αναντίστοιχου χρόνου της οικονομίας που πιέζει αφόρητα και απαιτεί την ταχύτατη στελέχωση του δημόσιου τομέα. Πολύ θετικά βήματα γίνονται και προς την κατεύθυνση της αξιοκρατίας των προσλήψεων με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο Ραγκούση και με το επερχόμενο για την αξιολόγηση και εξέλιξη του ανθρώπινου δυναμικού στο δημόσιο, με αξιοκρατικά κριτήρια. Όλα αυτά είναι βήματα με τεράστια πολιτική σημασία, εφ όσον ολοκληρωθούν και φυσικά εφ’ όσον δεν μεταβληθούν σε μηχανισμούς θεατρικής διαχείρισης των ικανών προσώπων που θα καταλήγουν στην για μια ακόμη φορά στελέχωση του δημόσιου τομέα με κομματικοκρατικά κριτήρια. Ας μην ξεχνάμε ότι σημαντικά πράγματα έγιναν και στο παρελθόν (επειδή έχουμε μια ευκολία στην λωτοφαγία σε αυτή την χώρα). Όπως ο νόμος Πεπονή που εισήγαγε το ΑΣΕΠ και επί πολλά χρόνια κατήργησε το ρουσφέτι σε ένα μεγάλο μέρος της διαχείρισης των προσλήψεων στο δημόσιο τομέα.
Συμπερασματικά, αυτή η κυβέρνηση αποφάσισε να θέσει επί τάπητος τα τέσσερα μεγάλα εθνικά στοιχήματα που ουδέποτε έθεσε η Νέα Δημοκρατία: α) την διάσωση της οικονομίας, β) την δημιουργία προοπτικών για μια βιώσιμη πράσινη οικονομία, γ) την αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος και δ) την αλλαγή του δημόσιου τομέα από ανίκανο και φαυλοκρατικό σύστημα σε μηχανισμό στήριξης των προοπτικών της χώρας. Κάθε ενεργός πολίτης που ενδιαφέρεται για την χώρα αυτή οφείλει να στηρίξει την κυβέρνηση σε αυτές τις τέσσερις κορυφαίες κρίσιμες επιλογές. Ανιδιοτελώς αλλά και με κριτικό πνεύμα, διότι πάντοτε καραδοκούν τα διαπλεκόμενα, ενώ το βιογραφικό πολλών εκ των παλαιότερων της κυβέρνησης δεν αποτελεί εχέγγυο για μια συνετή και συνεπή διαδρομή. Για όλα τα άλλα πεδία άσκησης του κυβερνητικού έργου ο πολιτικός διάλογος δεν θα πάψει να είναι έντονος και δικαίως. Η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου θα κριθεί συνολικά για το έργο της, για τα μεγάλα όμως θέματα, οι επιλογές της επόμενης περιόδου θα κρίνουν για πολλά χρόνια το μέλλον της χώρας. Πολύ απλά, επειδή δεν υπάρχει πλέον χρόνος για την Ελλάδα.
Η πιθανή αποτυχία της νέας κυβέρνησης σε αυτά τα μέτωπα θα επιβεβαιώσει το ρητό του Κ. Σημίτη ότι “αυτή είναι η Ελλάδα”. Το θέλουμε;